ἑτεροδόξους

ἑτεροδόξους
ἑτερόδοξος
differing in opinion
masc/fem acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Τορκεμάδας, Tομά — (Torquemada, Βαλιαδολίδ ή Τορκεμάδα 1420 – Άβιλα 1498). Ισπανός ιεροεξεταστής, δομηνικανός. Απόγονος Εβραίων, διετέλεσε μοναχός του τάγματος των Δομηνικανών και ηγούμενος της μονής Σεγκοβίας (1460 82). Εξομολογητής του Φερδινάνδου του Καθολικού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”